ΟΛΟΓΙΟΜΟ ΦΕΓΓΑΡΙ
Έγινε εχθρός με το μισό το χωριό. Το άλλο το μισό, έμενε αδιάφορο. Κανένας δεν ήθελε να τον καταλάβει, μάλλον δεν μπορούσε. Δικούς του ανθρώπους, συγγενείς στο χωριό είχε λίγους. Κι αυτοί, διχασμένοι και διασπασμένοι. Κάποιοι στήριζαν τον αντίπαλό του γείτονα, τον Μήτσιο Ζάρα, που κι αυτός ήταν μακρινός του συγγενής. Οι περισσότεροι από τους συγχωριανούς, κατάκριναν αυτόν τον ίδιον. Αυτό που τον χώρισε από τους άλλους, ήταν ένας καυγάς. Μια αιωνόβια ελιά.
Ο Μήτσιος Ζάρας, ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Νικόλα Ζάρα. Παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια, έφτιαξε δικό του σπίτι. Ένα μικρό σπιτάκι, λίγο πιο πέρα από το πατρικό του. Τον βοήθησαν και τα πεθερικά του. Το σπίτι που έφτιαξε γειτόνευε με τον κήπο του Γρηγόρη Ντούμα, εκεί δίπλα. Ο Μήτσιος Ζάρας, αφού ολοκλήρωσε τις εργασίες κατασκευής του σπιτιού και πιο πριν ακόμα, ζητούσε να κάνει μια ανταλλαγή με το Γρηγόρη Ντούμα. Να του ανοίξει δρόμο ο Ντούμας, από τον κήπο του, να τον διευκολύνει για να πηγαίνει στο νέο του σπίτι χωρίς να περνάει από την αυλή του πατέρα του, του Νικόλα Ζάρα. Να έπαιρνε από το Γρηγόρη κάπου πενήντα τετραγωνικά τόπο, στον οποίο βρίσκονταν και η αιωνόβια ελιά, η κουφαλιασμένη, όπως έλεγε. Αυτός από πλευρά του, θα έδινε στο Γρηγόρη Ντούμα τρία άλλα λιόδεντρα τα οποία κάλυπταν μια μεγαλύτερη έκταση από αυτή που έπαιρνε.
Ο Ντούμας, δεν συμφωνούσε με κανέναν τρόπο. Δεν είχε σημασία αν ο άλλος του έδινε τρία λιόδεντρα και σχεδόν τη διπλή έκταση.
Ο Μήτσιος Ζάρας, κάλεσε και έφερε στο χωριό πολλές επιτροπές από διάφορα αρμόδια γραφεία για την επίλυση του θέματος, λέγοντας πως είναι δικαίωμά του να ζητήσει δρόμο εισόδου για το σπίτι του. Ήρθαν ειδικοί από τα γραφεία πολεοδομίας και χωροταξίας του δήμου, δικηγόροι και άλλοι. Όλοι τους ζητούσαν και επέμεναν να ανοιχτεί ο δρόμος μέσα από τον κήπο του Γρηγόρη και, ο άλλος, ο Μήτσιος να παραχωρήσει στο γείτονά του την αντίστοιχη επιφάνεια.
- Δεν μπορούμε να αποκόψουμε τον άλλον να μη πηγαίνει στο σπίτι του, δεν μπορούμε να τον εμποδίσουμε, να του κλείσουμε το δρόμο, έλεγαν στον Ντούμα. Κι αυτός απαντούσε:
- Αυτό να το είχε σκεφτεί νωρίτερα ο ίδιος, πριν φτιάξει το σπίτι του, μαζί με σας που του εγκρίνατε την άδεια οικοδομής. Να είχε αφήσει δρόμο απ’ την πλευρά του πατέρα του, του Νικόλα και όχι να ζητάει από μένα λύση. Δεν μπορώ να του δώσω την ελιά!
- Σου παίρνει μια ελιά και πενήντα τετραγωνικά, σου δίνει τρεις ελιές με ογδόντα τετραγωνικά, εσύ είσαι ο κερδισμένος, συνέχιζαν οι άλλοι.
- Αυτό δεν μπορεί να το ξέρετε εσείς! Είναι εύκολο να κάνεις το λογαριασμό του άλλου. Αλλά δεν είναι έτσι!
Η ιστορία αυτή, είχε ένα χρόνο τώρα περίπου που συνεχίζονταν, αλλά λύση πουθενά. Ο Γρηγόρης Ντούμας, ακίνητος από τη θέση του. Ο άλλος ο Μήτσιος Ζάρας, δεν άφησε τίποτε χωρίς να υποκινήσει με διάφορα τεχνάσματα ώστε να πετύχει το σκοπό του. Εκτός από τα διάφορα γραφεία και υπηρεσίες του δήμου όπου επισκέπτονταν συχνά χρησιμοποιούσε κι άλλους παράγοντες ώστε να ασκήσουν πιέσεις στο Γρηγόρη. Αυτός απτόητος στις θέσεις του. Μετά, έβαλε να τον πιέζουν και οι ίδιοι οι συγχωριανοί του.
«- Για ένα λιόδεντρο γίνεται λόγος, κι αυτό κουφάλι, δεν το αξίζει όλο αυτό!»
«- Μια ζωή αχόρταγος και τσιγκούνης ο Γρηγόρης Ντούμας, αφού ο άλλος του παραχωρεί τρία λιόδεντρα και τη διπλή έκταση, τί θέλει άλλο!».
«- Πέσ’ που έχει την κακία μέσα του, κακόψυχος μια ζωή! Από ζήλια το κάνει. Τον έφαγε η ψωροζήλια τον καημένον, επειδή ο άλλος έφτιαξε καινούργιο σπίτι!».
«- Στενόκαρδος μια ζωή, ακοινώνητος με το χωριό!».
Όλα αυτά που λέγονταν και κυκλοφορούσαν στο χωριό, τ’ άκουγε κι αυτός. Μερικοί άρχισαν να τον αποφεύγουν. Μάλιστα και κάποια ξαδέλφια του που ως τότε τον επισκέπτονταν στο σπίτι ως δικοί του άνθρωποι, τον συμβούλευαν να αποδεχτεί την ανταλλαγή.
«- Δεν χάνεις τίποτε, μόνον κερδίζεις. Γιατί πηγαίνεις κόντρα σε όλους; Το χωριό είναι με τον άλλον, στηρίζει τη λογική. Εμείς σε έχουμε δικό μας, για το καλό σου μιλούμε».
Αυτός άκουγε και αναστέναζε. Βογκούσε η ψυχή του. Ένα μεγάλο βάρος είχε πιάσει θέση μέσα του. Είναι κάποια πράγματα που δεν μπορείς να τα μοιραστείς με άλλους. Ακόμα κι αν τα πεις, αν προσπαθήσεις να τα μοιραστείς, δεν θα σε καταλάβουν, δε θα μπορέσουν. Προπαντός όταν είναι πράγματα που πονούν, που σημάδεψαν τη ζωή σου. Μόνον όποιος πόνεσε μέσα του βαθιά, όποιος σήκωσε το ίδιο βάρος μπορεί να σε καταλάβει. Άλλος δεν μπορεί να διαβάσει το ανεξίτηλο πυρακτωμένο σημάδι στην ψυχή σου.
Την ημέρα, πήγαινε στις δουλειές του. Γύριζε τα βράδια και μαζεύονταν με την οικογένειά του, τη σύζυγο και τα δύο παιδιά του. Πολλές φορές είχε την αίσθηση πως είχε απομονωθεί απ’ τους άλλους τους συγχωριανούς του, δεν αντάλλαζε πια τσιγάρο, καφέ και κουβέντα όπως πριν. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως στένευε έτσι γύρω του ένας αθέατος κλοιός.
Περνούσε συχνά από τον κήπο που ήταν συνέχεια της αυλής του σπιτιού του. Κάθονταν κάτω από την ελιά, ξεκουράζονταν μετά από καμιά μικρή εργασία και αγνάντευε τον κήπο του, συλλογιόταν διάφορα πράγματα. Έλεγχε το φράχτη, διόρθωνε κάτι άλλο και γύριζε στο σπίτι του, ξανά προβληματισμένος. Όχι, δεν θα γίνει καμία ανταλλαγή, σκέφτονταν. Δεν θα γίνει γιατί δεν μπορώ να το δεχτώ. Ας ρωτούσε πριν αρχίσει να φτιάξει το σπίτι του. Θα του έλεγε από τότε, όχι! Μα, δεν μπορεί να γίνει! Τί είναι αυτοί οι άνθρωποι που θέλουν να γίνουν νοικοκυραίοι στο κτήμα σου, που σε συμβουλεύουν δήθεν για το καλό σου!
Πάντως όμως, όσο περνούσαν οι μέρες, προβληματίζονταν περισσότερο. Σαν να του πιανόταν η αναπνοή. Τον έπνιγε το δίκιο. Έχασε την ηρεμία του, έχασε τον ύπνο. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι πάθαν οι άλλοι οι συγχωριανοί μαζί του. Δεν είναι δικός του ο κήπος; Δεν τον κληρονόμησε από τον πατέρα του; Τι θέλουν τώρα;
Ένα από τα βράδια, αφού δείπνησε με την οικογένειά του, βγήκε από το σπίτι. Τον στένευαν τα πάντα. Δεν χόρταινε την αναπνοή. Ανάπνεε με δυσκολία. Σαν να του έπαιρνε κάποιο αόρατο χέρι τον αέρα. Καθόταν όρθιος στην αυλή. Μέσα στο σπίτι άφησε τη γυναίκα του τη Χάιδω με τα παιδιά. Κάθισε για λίγο στην ξύλινη καρέκλα που βρισκόταν κάτω από τη μεγάλη μελικοκκιά, εκεί που ξεκουράζονταν κάποτε κι ο πατέρας του. Η σύζυγός του τον κοίταζε από το παράθυρο. Το Αυγουστιάτικο ολόγιομο φεγγάρι φώτιζε τα πάντα. Κάθισε για αρκετή ώρα. Σηκώθηκε. Πού να πηγαίνει; Το σπίτι δεν τον χωρούσε. Άλλη πόρτα φίλου ή συγγενή δεν μπορούσε να χτυπήσει. Είχε ανάγκη να μιλήσει με κάποιον. Η ώρα ήταν περασμένη. Οι άνθρωποι στο χωριό, κουρασμένοι απ’ τις καθημερινές τους εργασίες, κοιμούνται από νωρίς. Μα, και τι να πουν. Ξανά στο ίδιο θέμα θα περιφέρονταν η κουβέντα. Έτσι που θέλοντας και μή όλες οι πόρτες γι’ αυτόν, τώρα για τώρα ήταν κλειστές. Φρόντισαν κι άλλοι για να φράξουν τους δρόμους του. Διέσχισε το στενό δρομάκι που σε πάει στον κήπο, εκεί δίπλα.
Νύχτα φεγγαρολουσμένη. Το Αυγουστιάτικο ολόγιομο φεγγάρι έκανε την νύχτα μέρα. Άνοιξε και μπήκε. Η θεόρατη ελιά, η κουφάλα, πρόβαλλε μπροστά του φωτισμένη, λες και γιόρταζε. Τα φύλλα της ασημένια, να λάμπουν. Οι φράχτες γύρω από τον κήπο στη θέση τους, κι αυτοί φωτισμένοι. Φαίνονταν πως όλα τα δέντρα και τ’ άλλα φυτά του κήπου είχαν παραδοθεί χωρίς καμία αντίρρηση στο φως. Ένιωσε μια μικρή ζαλάδα. Έκανε λίγα βήματα πατώντας πάνω στα ξερά χόρτα. Ακούμπησε στον γέρικο κορμό του λιόδεντρου, τον αγκάλιασε με στοργή.
Ύστερα, κάθισε πάνω σε μια χονδρή ρίζα που έβγαινε πάνω από τη γη. Άναψε τσιγάρο.
Νύχτα φεγγαρόφωτη, πλημμυρισμένη στο φως. Κοίταξε τον ουρανό. Το φεγγάρι είχε κατέβει τώρα πάνω στους κλώνους της ελιάς. Από εκεί κοσκίνιζε και κοσκίνιζε ένα παράξενο αλεύρι, φωτεινό. Φορές έμοιαζε να ήταν κιτρινιάρικο, άρρωστο φως κι άλλες σαν ψιλό αλεύρι σιταρένιο που έπεφτε από παντού. Θυμήθηκε τη συγχωρεμένη μητέρα του, όταν περνούσε στην ψιλή σήτα το φρεσκοαλεσμένο αλεύρι του Αλωνάρη. Κάποια στιγμή, άθελά του, τίναξε τα παντελόνια του, να δει αν θα πέσει από πάνω τους το φωτεινό αλεύρι, όπως έκαναν παλιά οι μυλωνάδες. Γέλασε.
Αφουγκράζεται τη νύχτα. Μεγάλη σιωπή, απέραντη. Μόνον λίγα τριζόνια τσίριζαν και κάπου – κάπου ακούγονταν απελπισμένη η φωνή από κάποιο νυχτοπούλι που δεν είχε βρει ακόμη ηρεμία. Άναψε ξανά τσιγάρο. Ακούμπησε την απαλάμη του στον κορμό του δέντρου και τον χάιδεψε. Αυτό το λιόδεντρο ήταν η ψυχή της οικογένειάς του. Ήταν η ψυχή του σκοτωμένου αδελφού του. Τώρα, θα είχε κι αυτός έναν αδελφό, ένα στήριγμα, δεν θα ήταν μόνος του, ένα κλωνάρι, όπως έλεγε χρόνια πριν η μητέρα του. Πάντα το έλεγε και το ξανάλεγε με βαθύ παράπονο, ένα κλωνάρι είναι ο Γρηγόρης μου, χωρίς αδελφό.
Ήταν η ψυχή της μακαρίτισσας της μητέρας του, που δεν της γέλασε το πρόσωπο ποτέ, ως που έφυγε για τον άλλον κόσμο φαρμακωμένη, με την αγιάτρευτη πληγή του χαμένου γιού της. Ήταν η ψυχή και το μεράκι του πατέρα του, που χρόνια και χρόνια τον δηλητήριαζε η νικοτίνη του πόνου. Ο πατέρας του, που ξέχασε να μιλάει και να γελάει, που περισσότερο έμοιαζε με βουβή πέτρα, ακίνητη κάτω από τη μελικοκκιά της λυπημένης αυλής.
Ήταν τόσο γαλήνια η βραδιά. Λίγα βήματα πιο πέρα από τον κορμό της ελιάς, η σκούρα μεγάλη πέτρα που ξεπετάγονταν από τη γη. Του ήρθε στο νου, το μακρινό εκείνο καλοκαίρι. Ήταν Θεριστής. Ήταν αυτός με τον αδελφό του και τη μητέρα του. Η μητέρα του θέριζε. Τα δυο αγόρια συγκέντρωναν τα εναπομείναντα στάχυα, αλλά περισσότερο έπαιζαν. Κάποια στιγμή, ο Κώστας, ο μεγαλύτερος αδελφός του, του φώναξε να πάει προς τα εκεί. Ήταν κοντά στο φράχτη, μέσα σε ένα κοντό πυκνό πουρνάρι. «-Έλα, του λέει, να δεις τι βρήκα.».
Ο Κώστας τότε ήταν στα δώδεκα χρόνια, αυτός, ο Γρηγόρης στα εννέα. Συνέχιζαν το σχολείο στο χωριό τους. Τον είδε να κρατάει με τα δυο του χέρια ένα μεταλλικό μακρουλό αντικείμενο. Ήταν βαρύ. Ο Κώστας βγήκε απ’ το πουρνάρι μαζί με το μέταλλο. Πρόσεξαν πως αποτελούνταν από δύο μέρη συνδεμένα μεταξύ τους. Ο Κώστας άρχισε να το χτυπάει στην πέτρα για να τα ξεκολλήσει, να τα αποσυνδέσει.
Επειδή έπαιζαν φωναχτά, τα κάλεσε η μητέρα τους η Σοφία. Ο Γρηγόρης πήγε προς τη μητέρα του. Δεν πρόλαβε όμως να φτάσει όταν ακούστηκε μια τρομακτική έκρηξη και έλαμψε ένα φως σαν αστραπή. Πάνω από τη μεγάλη πέτρα, ένα μικρό σύννεφο καπνού και κάτω ο Κώστας ακρωτηριασμένος από την ισχυρή έκρηξη μιας οβίδας όλμου. Ήταν μια παλιά οβίδα, ξεχασμένη από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο που δεν είχε εκραγεί. Η πέτρα βάφτηκε από το αίμα του αγοριού.
Μετά, οι σπαρακτικές φωνές της μητέρας του, το παραμορφωμένο πρόσωπό της, η λαχτάρα... το πλήθος των συγχωριανών. Μαύρες μέρες ήρθαν για την οικογένειά τους. Ο πόνος και το πένθος για το χαμό του Κώστα σφράγισαν για τα καλά όλη τη μετέπειτα ζωή στο σπίτι του Νικόλα Ντούμα.
Τα πρώτα χρόνια, μετά από το γεγονός, δεν καλλιεργούσαν ούτε τον κήπο. Η μητέρα του, κάθε λίγο και λιγάκι καθόταν στον κορμό της ελιάς και μοιρολογούσε το γιο της. Στην πέτρα άναβε πάντα καντήλι για την ψυχή του Κώστα της. Το μοιρολόι της Σοφίας ακούγονταν σε όλο το χωριό, σπαρακτικό και αβάσταγο. Ακόμα και το λάδι που έβγαζαν απ’ την ελιά, το έδιναν στην εκκλησία του χωριού για τα καντήλια.
Η Σοφία, είχε καταντήσει μια μαύρη σκιά που γυρόφερνε από την αυλή στον κήπο και μοιρολογούσε. Το πρόσωπό της ξεσχισμένο, τα μαλλιά της τραβηγμένα, ένα μαύρο κουβάρι που σπαρταρούσε με λυγμούς. Για να σηκώνονταν από εκεί, έπρεπε κάποιος να πήγαινε για να την πάρει. Ο πατέρας του, αμίλητος, βουβός και πικραμένος. Πρώτη έφυγε απ’ τη ζωή η μητέρα του. Δεν άντεξε. Κάθε μέρα παρακαλούσε το θεό για να την πάρει μια ώρα νωρίτερα, να πάει να συναντήσει το γιό της. Μέσα στο χρόνο έφυγε και ο γέρος.
Ενώ σκέφτονταν όλα αυτά, σαν να είδε κάτι να κινείται κοντά στο φράχτη, απ’ τη μεριά του σπιτιού. Μια μαυροφορεμένη, λιγοστή γριούλα, σαν τη μάνα του. Πρόσεξε καλύτερα. Δεν διάκρινε τίποτα. Αφουγκράστηκε, μήπως ακούσει μοιρολόι. Τίποτε, απόλυτη σιωπή. Μόνον το φεγγάρι, ολόγιομο όπως πρώτα, αλλά το φως του όχι τόσο λαμπερό. Φως χλομό, νεκρό του φάνηκε.
Αποφάσισε για άλλη μια φορά. Καμία ανταλλαγή δεν μπορούσε να γίνει. Αυτή η ελιά και ο τόπος γύρω της, δεν ήταν μόνον δικά του. Εδώ συναντούσε τον αδελφό του, τη μάνα του, τον πατέρα του.
Από αύριο, θα φέρει πέτρες για να κατασκευάσει ένα τοίχωμα που θα στηρίζει την ελιά. Μετά θα ρίξει κι άλλο χώμα, να καλυφθούν οι ρίζες της που βγήκαν στην επιφάνια από τις νεροφαγές. Κάστρο θα την κάνω, σκέφτηκε.
Ακούμπησε στον κορμό του λιόδεντρου. Είχε ξανά ζαλάδα και ιδρώτα. Σαν να τον κούραζε η φεγγαρόφωτη νύχτα, το πολύ φως. Έκλεισε τα μάτια, όσο για ξεκούραση. Σε λίγο, τα πάντα σκοτείνιασαν.
Η σύζυγος του ανησύχησε και τον έψαχνε. Πού να είχε πάει; Τον ζήτησε στην αυλή του σπιτιού, στη γειτονιά, τον φώναξε... Πού να πήγε ο Γρηγόρης της;
Μέσα στη μεγάλη ταραχή της, άκουσε το σκύλο της να ουρλιάζει παράξενα σαν να μοιρολογεί. Το ουρλιαχτό ερχόταν από τον κήπο. Έτρεξε. Τον βρήκε με τα μάτια κλειστά, ακουμπισμένο στον κορμό της γέρικης ελιάς. Το σώμα του, ακόμα ζεστό.
Ο θρήνος της, οι σπαρακτικές φωνές, ξύπνησαν τους πάντες. Σιγά – σιγά, το πλήθος των συγκεντρωμένων όλο και μεγάλωνε γύρω από την αιωνόβια ελιά του Γρηγόρη Ντούμα. Οι πιο ηλικιωμένοι, θυμήθηκαν και τα μοιρολόγια της μητέρας του Γρηγόρη, της Σοφίας, χρόνια τώρα πεθαμένη. Η φωνή ερχόταν από το ίδιο σημείο.
Το χωριό βουβάθηκε. Βουβάθηκε για πολύ καιρό.