← Όλες οι ενότητες

Διηγήματα

Διηγήματα

ΟΛΟΓΙΟΜΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Έγινε εχθρός με το μισό το χωριό. Το άλλο το μισό, έμενε αδιάφορο. Κανένας δεν ήθελε να τον καταλάβει, μάλλον δεν μπορούσε. Δικούς του ανθρώπους, συγγενείς στο χωριό είχε λίγους. Κι αυτοί, διχασμένοι και διασπασμένοι. Κάποιοι στήριζαν τον αντίπαλό του γείτονα, τον Μήτσιο Ζάρα, που κι αυτός ήταν μακρινός του συγγενής. Οι περισσότεροι από τους συγχωριανούς, κατάκριναν αυτόν τον ίδιον. Αυτό που τον χώρισε από τους άλλους, ήταν ένας καυγάς. Μια αιωνόβια ελιά.

Ο Μήτσιος Ζάρας, ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Νικόλα Ζάρα. Παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια, έφτιαξε δικό του σπίτι. Ένα μικρό σπιτάκι, λίγο πιο πέρα από το πατρικό του. Τον βοήθησαν και τα πεθερικά του. Το σπίτι που έφτιαξε γειτόνευε με τον κήπο του Γρηγόρη Ντούμα, εκεί δίπλα. Ο Μήτσιος Ζάρας, αφού ολοκλήρωσε τις εργασίες κατασκευής του σπιτιού και πιο πριν ακόμα, ζητούσε να κάνει μια ανταλλαγή με το Γρηγόρη Ντούμα. Να του ανοίξει δρόμο ο Ντούμας, από τον κήπο του, να τον διευκολύνει για να πηγαίνει στο νέο του σπίτι χωρίς να περνάει από την αυλή του πατέρα του, του Νικόλα Ζάρα. Να έπαιρνε από το Γρηγόρη κάπου πενήντα τετραγωνικά τόπο, στον οποίο βρίσκονταν και η αιωνόβια ελιά, η κουφαλιασμένη, όπως έλεγε. Αυτός από πλευρά του, θα έδινε στο Γρηγόρη Ντούμα τρία άλλα λιόδεντρα τα οποία κάλυπταν μια μεγαλύτερη έκταση από αυτή που έπαιρνε.

Ο Ντούμας, δεν συμφωνούσε με κανέναν τρόπο. Δεν είχε σημασία αν ο άλλος του έδινε τρία λιόδεντρα και σχεδόν τη διπλή έκταση.

Ο Μήτσιος Ζάρας, κάλεσε και έφερε στο χωριό πολλές επιτροπές από διάφορα αρμόδια γραφεία για την επίλυση του θέματος, λέγοντας πως είναι δικαίωμά του να ζητήσει δρόμο εισόδου για το σπίτι του. Ήρθαν ειδικοί από τα γραφεία πολεοδομίας και χωροταξίας του δήμου, δικηγόροι και άλλοι. Όλοι τους ζητούσαν και επέμεναν να ανοιχτεί ο δρόμος μέσα από τον κήπο του Γρηγόρη και, ο άλλος, ο Μήτσιος να παραχωρήσει στο γείτονά του την αντίστοιχη επιφάνεια.

- Δεν μπορούμε να αποκόψουμε τον άλλον να μη πηγαίνει στο σπίτι του, δεν μπορούμε να τον εμποδίσουμε, να του κλείσουμε το δρόμο, έλεγαν στον Ντούμα. Κι αυτός απαντούσε:

- Αυτό να το είχε σκεφτεί νωρίτερα ο ίδιος, πριν φτιάξει το σπίτι του, μαζί με σας που του εγκρίνατε την άδεια οικοδομής. Να είχε αφήσει δρόμο απ’ την πλευρά του πατέρα του, του Νικόλα και όχι να ζητάει από μένα λύση. Δεν μπορώ να του δώσω την ελιά!

- Σου παίρνει μια ελιά και πενήντα τετραγωνικά, σου δίνει τρεις ελιές με ογδόντα τετραγωνικά, εσύ είσαι ο κερδισμένος, συνέχιζαν οι άλλοι.

- Αυτό δεν μπορεί να το ξέρετε εσείς! Είναι εύκολο να κάνεις το λογαριασμό του άλλου. Αλλά δεν είναι έτσι!

Η ιστορία αυτή, είχε ένα χρόνο τώρα περίπου που συνεχίζονταν, αλλά λύση πουθενά. Ο Γρηγόρης Ντούμας, ακίνητος από τη θέση του. Ο άλλος ο Μήτσιος Ζάρας, δεν άφησε τίποτε χωρίς να υποκινήσει με διάφορα τεχνάσματα ώστε να πετύχει το σκοπό του. Εκτός από τα διάφορα γραφεία και υπηρεσίες του δήμου όπου επισκέπτονταν συχνά χρησιμοποιούσε κι άλλους παράγοντες ώστε να ασκήσουν πιέσεις στο Γρηγόρη. Αυτός απτόητος στις θέσεις του. Μετά, έβαλε να τον πιέζουν και οι ίδιοι οι συγχωριανοί του.

«- Για ένα λιόδεντρο γίνεται λόγος, κι αυτό κουφάλι, δεν το αξίζει όλο αυτό!»

«- Μια ζωή αχόρταγος και τσιγκούνης ο Γρηγόρης Ντούμας, αφού ο άλλος του παραχωρεί τρία λιόδεντρα και τη διπλή έκταση, τί θέλει άλλο!».

«- Πέσ’ που έχει την κακία μέσα του, κακόψυχος μια ζωή! Από ζήλια το κάνει. Τον έφαγε η ψωροζήλια τον καημένον, επειδή ο άλλος έφτιαξε καινούργιο σπίτι!».

«- Στενόκαρδος μια ζωή, ακοινώνητος με το χωριό!».

Όλα αυτά που λέγονταν και κυκλοφορούσαν στο χωριό, τ’ άκουγε κι αυτός. Μερικοί άρχισαν να τον αποφεύγουν. Μάλιστα και κάποια ξαδέλφια του που ως τότε τον επισκέπτονταν στο σπίτι ως δικοί του άνθρωποι, τον συμβούλευαν να αποδεχτεί την ανταλλαγή.

«- Δεν χάνεις τίποτε, μόνον κερδίζεις. Γιατί πηγαίνεις κόντρα σε όλους; Το χωριό είναι με τον άλλον, στηρίζει τη λογική. Εμείς σε έχουμε δικό μας, για το καλό σου μιλούμε».

Αυτός άκουγε και αναστέναζε. Βογκούσε η ψυχή του. Ένα μεγάλο βάρος είχε πιάσει θέση μέσα του. Είναι κάποια πράγματα που δεν μπορείς να τα μοιραστείς με άλλους. Ακόμα κι αν τα πεις, αν προσπαθήσεις να τα μοιραστείς, δεν θα σε καταλάβουν, δε θα μπορέσουν. Προπαντός όταν είναι πράγματα που πονούν, που σημάδεψαν τη ζωή σου. Μόνον όποιος πόνεσε μέσα του βαθιά, όποιος σήκωσε το ίδιο βάρος μπορεί να σε καταλάβει. Άλλος δεν μπορεί να διαβάσει το ανεξίτηλο πυρακτωμένο σημάδι στην ψυχή σου.

Την ημέρα, πήγαινε στις δουλειές του. Γύριζε τα βράδια και μαζεύονταν με την οικογένειά του, τη σύζυγο και τα δύο παιδιά του. Πολλές φορές είχε την αίσθηση πως είχε απομονωθεί απ’ τους άλλους τους συγχωριανούς του, δεν αντάλλαζε πια τσιγάρο, καφέ και κουβέντα όπως πριν. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως στένευε έτσι γύρω του ένας αθέατος κλοιός.

Περνούσε συχνά από τον κήπο που ήταν συνέχεια της αυλής του σπιτιού του. Κάθονταν κάτω από την ελιά, ξεκουράζονταν μετά από καμιά μικρή εργασία και αγνάντευε τον κήπο του, συλλογιόταν διάφορα πράγματα. Έλεγχε το φράχτη, διόρθωνε κάτι άλλο και γύριζε στο σπίτι του, ξανά προβληματισμένος. Όχι, δεν θα γίνει καμία ανταλλαγή, σκέφτονταν. Δεν θα γίνει γιατί δεν μπορώ να το δεχτώ. Ας ρωτούσε πριν αρχίσει να φτιάξει το σπίτι του. Θα του έλεγε από τότε, όχι! Μα, δεν μπορεί να γίνει! Τί είναι αυτοί οι άνθρωποι που θέλουν να γίνουν νοικοκυραίοι στο κτήμα σου, που σε συμβουλεύουν δήθεν για το καλό σου!

Πάντως όμως, όσο περνούσαν οι μέρες, προβληματίζονταν περισσότερο. Σαν να του πιανόταν η αναπνοή. Τον έπνιγε το δίκιο. Έχασε την ηρεμία του, έχασε τον ύπνο. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι πάθαν οι άλλοι οι συγχωριανοί μαζί του. Δεν είναι δικός του ο κήπος; Δεν τον κληρονόμησε από τον πατέρα του; Τι θέλουν τώρα;

Ένα από τα βράδια, αφού δείπνησε με την οικογένειά του, βγήκε από το σπίτι. Τον στένευαν τα πάντα. Δεν χόρταινε την αναπνοή. Ανάπνεε με δυσκολία. Σαν να του έπαιρνε κάποιο αόρατο χέρι τον αέρα. Καθόταν όρθιος στην αυλή. Μέσα στο σπίτι άφησε τη γυναίκα του τη Χάιδω με τα παιδιά. Κάθισε για λίγο στην ξύλινη καρέκλα που βρισκόταν κάτω από τη μεγάλη μελικοκκιά, εκεί που ξεκουράζονταν κάποτε κι ο πατέρας του. Η σύζυγός του τον κοίταζε από το παράθυρο. Το Αυγουστιάτικο ολόγιομο φεγγάρι φώτιζε τα πάντα. Κάθισε για αρκετή ώρα. Σηκώθηκε. Πού να πηγαίνει; Το σπίτι δεν τον χωρούσε. Άλλη πόρτα φίλου ή συγγενή δεν μπορούσε να χτυπήσει. Είχε ανάγκη να μιλήσει με κάποιον. Η ώρα ήταν περασμένη. Οι άνθρωποι στο χωριό, κουρασμένοι απ’ τις καθημερινές τους εργασίες, κοιμούνται από νωρίς. Μα, και τι να πουν. Ξανά στο ίδιο θέμα θα περιφέρονταν η κουβέντα. Έτσι που θέλοντας και μή όλες οι πόρτες γι’ αυτόν, τώρα για τώρα ήταν κλειστές. Φρόντισαν κι άλλοι για να φράξουν τους δρόμους του. Διέσχισε το στενό δρομάκι που σε πάει στον κήπο, εκεί δίπλα.

Νύχτα φεγγαρολουσμένη. Το Αυγουστιάτικο ολόγιομο φεγγάρι έκανε την νύχτα μέρα. Άνοιξε και μπήκε. Η θεόρατη ελιά, η κουφάλα, πρόβαλλε μπροστά του φωτισμένη, λες και γιόρταζε. Τα φύλλα της ασημένια, να λάμπουν. Οι φράχτες γύρω από τον κήπο στη θέση τους, κι αυτοί φωτισμένοι. Φαίνονταν πως όλα τα δέντρα και τ’ άλλα φυτά του κήπου είχαν παραδοθεί χωρίς καμία αντίρρηση στο φως. Ένιωσε μια μικρή ζαλάδα. Έκανε λίγα βήματα πατώντας πάνω στα ξερά χόρτα. Ακούμπησε στον γέρικο κορμό του λιόδεντρου, τον αγκάλιασε με στοργή.

Ύστερα, κάθισε πάνω σε μια χονδρή ρίζα που έβγαινε πάνω από τη γη. Άναψε τσιγάρο.

Νύχτα φεγγαρόφωτη, πλημμυρισμένη στο φως. Κοίταξε τον ουρανό. Το φεγγάρι είχε κατέβει τώρα πάνω στους κλώνους της ελιάς. Από εκεί κοσκίνιζε και κοσκίνιζε ένα παράξενο αλεύρι, φωτεινό. Φορές έμοιαζε να ήταν κιτρινιάρικο, άρρωστο φως κι άλλες σαν ψιλό αλεύρι σιταρένιο που έπεφτε από παντού. Θυμήθηκε τη συγχωρεμένη μητέρα του, όταν περνούσε στην ψιλή σήτα το φρεσκοαλεσμένο αλεύρι του Αλωνάρη. Κάποια στιγμή, άθελά του, τίναξε τα παντελόνια του, να δει αν θα πέσει από πάνω τους το φωτεινό αλεύρι, όπως έκαναν παλιά οι μυλωνάδες. Γέλασε.

Αφουγκράζεται τη νύχτα. Μεγάλη σιωπή, απέραντη. Μόνον λίγα τριζόνια τσίριζαν και κάπου – κάπου ακούγονταν απελπισμένη η φωνή από κάποιο νυχτοπούλι που δεν είχε βρει ακόμη ηρεμία. Άναψε ξανά τσιγάρο. Ακούμπησε την απαλάμη του στον κορμό του δέντρου και τον χάιδεψε. Αυτό το λιόδεντρο ήταν η ψυχή της οικογένειάς του. Ήταν η ψυχή του σκοτωμένου αδελφού του. Τώρα, θα είχε κι αυτός έναν αδελφό, ένα στήριγμα, δεν θα ήταν μόνος του, ένα κλωνάρι, όπως έλεγε χρόνια πριν η μητέρα του. Πάντα το έλεγε και το ξανάλεγε με βαθύ παράπονο, ένα κλωνάρι είναι ο Γρηγόρης μου, χωρίς αδελφό.

Ήταν η ψυχή της μακαρίτισσας της μητέρας του, που δεν της γέλασε το πρόσωπο ποτέ, ως που έφυγε για τον άλλον κόσμο φαρμακωμένη, με την αγιάτρευτη πληγή του χαμένου γιού της. Ήταν η ψυχή και το μεράκι του πατέρα του, που χρόνια και χρόνια τον δηλητήριαζε η νικοτίνη του πόνου. Ο πατέρας του, που ξέχασε να μιλάει και να γελάει, που περισσότερο έμοιαζε με βουβή πέτρα, ακίνητη κάτω από τη μελικοκκιά της λυπημένης αυλής.

Ήταν τόσο γαλήνια η βραδιά. Λίγα βήματα πιο πέρα από τον κορμό της ελιάς, η σκούρα μεγάλη πέτρα που ξεπετάγονταν από τη γη. Του ήρθε στο νου, το μακρινό εκείνο καλοκαίρι. Ήταν Θεριστής. Ήταν αυτός με τον αδελφό του και τη μητέρα του. Η μητέρα του θέριζε. Τα δυο αγόρια συγκέντρωναν τα εναπομείναντα στάχυα, αλλά περισσότερο έπαιζαν. Κάποια στιγμή, ο Κώστας, ο μεγαλύτερος αδελφός του, του φώναξε να πάει προς τα εκεί. Ήταν κοντά στο φράχτη, μέσα σε ένα κοντό πυκνό πουρνάρι. «-Έλα, του λέει, να δεις τι βρήκα.».

Ο Κώστας τότε ήταν στα δώδεκα χρόνια, αυτός, ο Γρηγόρης στα εννέα. Συνέχιζαν το σχολείο στο χωριό τους. Τον είδε να κρατάει με τα δυο του χέρια ένα μεταλλικό μακρουλό αντικείμενο. Ήταν βαρύ. Ο Κώστας βγήκε απ’ το πουρνάρι μαζί με το μέταλλο. Πρόσεξαν πως αποτελούνταν από δύο μέρη συνδεμένα μεταξύ τους. Ο Κώστας άρχισε να το χτυπάει στην πέτρα για να τα ξεκολλήσει, να τα αποσυνδέσει.

Επειδή έπαιζαν φωναχτά, τα κάλεσε η μητέρα τους η Σοφία. Ο Γρηγόρης πήγε προς τη μητέρα του. Δεν πρόλαβε όμως να φτάσει όταν ακούστηκε μια τρομακτική έκρηξη και έλαμψε ένα φως σαν αστραπή. Πάνω από τη μεγάλη πέτρα, ένα μικρό σύννεφο καπνού και κάτω ο Κώστας ακρωτηριασμένος από την ισχυρή έκρηξη μιας οβίδας όλμου. Ήταν μια παλιά οβίδα, ξεχασμένη από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο που δεν είχε εκραγεί. Η πέτρα βάφτηκε από το αίμα του αγοριού.

Μετά, οι σπαρακτικές φωνές της μητέρας του, το παραμορφωμένο πρόσωπό της, η λαχτάρα... το πλήθος των συγχωριανών. Μαύρες μέρες ήρθαν για την οικογένειά τους. Ο πόνος και το πένθος για το χαμό του Κώστα σφράγισαν για τα καλά όλη τη μετέπειτα ζωή στο σπίτι του Νικόλα Ντούμα.

Τα πρώτα χρόνια, μετά από το γεγονός, δεν καλλιεργούσαν ούτε τον κήπο. Η μητέρα του, κάθε λίγο και λιγάκι καθόταν στον κορμό της ελιάς και μοιρολογούσε το γιο της. Στην πέτρα άναβε πάντα καντήλι για την ψυχή του Κώστα της. Το μοιρολόι της Σοφίας ακούγονταν σε όλο το χωριό, σπαρακτικό και αβάσταγο. Ακόμα και το λάδι που έβγαζαν απ’ την ελιά, το έδιναν στην εκκλησία του χωριού για τα καντήλια.

Η Σοφία, είχε καταντήσει μια μαύρη σκιά που γυρόφερνε από την αυλή στον κήπο και μοιρολογούσε. Το πρόσωπό της ξεσχισμένο, τα μαλλιά της τραβηγμένα, ένα μαύρο κουβάρι που σπαρταρούσε με λυγμούς. Για να σηκώνονταν από εκεί, έπρεπε κάποιος να πήγαινε για να την πάρει. Ο πατέρας του, αμίλητος, βουβός και πικραμένος. Πρώτη έφυγε απ’ τη ζωή η μητέρα του. Δεν άντεξε. Κάθε μέρα παρακαλούσε το θεό για να την πάρει μια ώρα νωρίτερα, να πάει να συναντήσει το γιό της. Μέσα στο χρόνο έφυγε και ο γέρος.

Ενώ σκέφτονταν όλα αυτά, σαν να είδε κάτι να κινείται κοντά στο φράχτη, απ’ τη μεριά του σπιτιού. Μια μαυροφορεμένη, λιγοστή γριούλα, σαν τη μάνα του. Πρόσεξε καλύτερα. Δεν διάκρινε τίποτα. Αφουγκράστηκε, μήπως ακούσει μοιρολόι. Τίποτε, απόλυτη σιωπή. Μόνον το φεγγάρι, ολόγιομο όπως πρώτα, αλλά το φως του όχι τόσο λαμπερό. Φως χλομό, νεκρό του φάνηκε.

Αποφάσισε για άλλη μια φορά. Καμία ανταλλαγή δεν μπορούσε να γίνει. Αυτή η ελιά και ο τόπος γύρω της, δεν ήταν μόνον δικά του. Εδώ συναντούσε τον αδελφό του, τη μάνα του, τον πατέρα του.

Από αύριο, θα φέρει πέτρες για να κατασκευάσει ένα τοίχωμα που θα στηρίζει την ελιά. Μετά θα ρίξει κι άλλο χώμα, να καλυφθούν οι ρίζες της που βγήκαν στην επιφάνια από τις νεροφαγές. Κάστρο θα την κάνω, σκέφτηκε.

Ακούμπησε στον κορμό του λιόδεντρου. Είχε ξανά ζαλάδα και ιδρώτα. Σαν να τον κούραζε η φεγγαρόφωτη νύχτα, το πολύ φως. Έκλεισε τα μάτια, όσο για ξεκούραση. Σε λίγο, τα πάντα σκοτείνιασαν.

Η σύζυγος του ανησύχησε και τον έψαχνε. Πού να είχε πάει; Τον ζήτησε στην αυλή του σπιτιού, στη γειτονιά, τον φώναξε... Πού να πήγε ο Γρηγόρης της;

Μέσα στη μεγάλη ταραχή της, άκουσε το σκύλο της να ουρλιάζει παράξενα σαν να μοιρολογεί. Το ουρλιαχτό ερχόταν από τον κήπο. Έτρεξε. Τον βρήκε με τα μάτια κλειστά, ακουμπισμένο στον κορμό της γέρικης ελιάς. Το σώμα του, ακόμα ζεστό.

Ο θρήνος της, οι σπαρακτικές φωνές, ξύπνησαν τους πάντες. Σιγά – σιγά, το πλήθος των συγκεντρωμένων όλο και μεγάλωνε γύρω από την αιωνόβια ελιά του Γρηγόρη Ντούμα. Οι πιο ηλικιωμένοι, θυμήθηκαν και τα μοιρολόγια της μητέρας του Γρηγόρη, της Σοφίας, χρόνια τώρα πεθαμένη. Η φωνή ερχόταν από το ίδιο σημείο.

Το χωριό βουβάθηκε. Βουβάθηκε για πολύ καιρό.

ΤΟ ΚΡΑΞΙΜΟ ΤΟΥ ΚΟΡΑΚΑ

Τη βρήκαμε να μαλώνει με τα κοράκια και να τα καταριέται: «- Να φάτε το κεφάλι σας... τι φωνάζετε και κράζετε μωρέ μυριόρημα, που δεν τραβιέστε απ’ εδώ! Τι μαντεύετε, εδώ δεν έμεινε κανένας! Τι κράζετε και κράζετε, εμείς κορακιάσαμε οι ίδιοι!».

Δυο κατάμαυρα κοράκια γυρόφερναν πάνω από το σπίτι και την αυλή της νοικοκυράς που φώναζε και μάλωνε. Έκαναν μεγάλους κύκλους στον ουρανό, κατέβαιναν πιο χαμηλά και ξανά κράζαν, κράααάξ κράααάξ, κράααάξ!

Η γριά, ανήσυχη, προσπαθούσε να τα διώξει, να τα απομακρύνει, φωνάζοντας και χουγιάζοντας με το κεφάλι της ψηλά, προς τον ουρανό, παρακολουθώντας τις κινήσεις τους. Οργισμένη, φώναζε:

«- Να φάτε το κεφάλι σας, λέω. Εδώ ερήμωσε ο τόπος μωρέ μυριόρημα, μας έφαγε η λυκουνιά και τα όρνια. Ήρθατε κι εσείς τώρα! Τα έρημα, τα σκοτεινιασμένα που δεν μας αφήνουν να ησυχάσουμε. Είχα και κάτι ρίθια, μου τα πήραν ένα – ένα. Έλα τώρα ν’ αφήσεις το σπίτι σου μόνο του, με τα κοράκια και να φύγεις για την Αθήνα. Μωρέ, που εδώ θα λαλήσουν κοράκια, το ξέρω καλά εγώ, αλλά όχι όσο είμαι ζωντανή! Πρέπει να πάμε και στην Αθήνα γιατί μας ζητάει ο Σαμαράς. Θέλει να μας δει από κοντά, λέει. Πρέπει να πηγαίνουμε στην Αθήνα, να φύγουμε από το σπίτι μας, διαφορετικά δεν μας δίνει εκείνη τη μαύρο-βοήθεια του ΟΓΑ. Τον είχαμε και για καλόν, είδες; Τον περιχαίρονταν οι Βορειοηπειρώτες, λες και ήταν θεός! Πάει κι αυτός, σαν οι άλλοι. Έλα σου λέει στην Αθήνα, άσε το σπίτι σου εκεί πάνω στα κοράκια κι εσύ ζήσε στη βρώμα της Αθήνας! Έεεε... τι να πεις! Έχουν ξεμωριάσει όλοι εκεί κάτω!».

Το ζεύγος των κορακιών επιστρέφει ξανά, πριν η γριά τελειώσει το μονόλογό της. Κράζουν ξανά πάνω από το κεφάλι της, επίμονα και απειλητικά. Η γριά αγναντεύει προς τον ουρανό, συνεχίζει να καταριέται και να μουντζώνει. Αυτή τη φορά, τη βοηθάει και το σκυλάκι της που άρχισε να αλυχτά. Ρίχνεται προς τα πάνω φοβερίζοντας τα μαύρα κοράκια. Τώρα, αυτά σηκώνονται πιο ψηλά, κράζουν, κάνουν έναν μεγάλο κύκλο στον πεντακάθαρο ουρανό και κατεβαίνουν προς την ποταμιά. «– Πίσω από τον ήλιο να πάτε!» καταριέται μουντζώνοντας η γριά.

Ήταν ένα έρημο, μικρό χωριουδάκι στην ποδιά του βουνού. Είχε ή δεν είχε καμιά τριανταριά πετρόχτιστες παραδοσιακές κατοικίες, ξεχασμένες στο χρόνο. Πιο πάνω, ανατολικά και βόρεια, μαυρολογούσαν τα βράχια, οι απότομες χαράδρες και οι αιωνόβιες βαλανιδιές. Ενώ πιο πάνω, προς τις κορυφές, ξεκουράζονταν ήρεμα μερικά λευκά συννεφάκια. Το στενό μονοπάτι, έξω από την αυλή του σπιτιού που σε οδηγούσε και πιο πέρα, βούιζε από το μελισσολόι. Ο καλόκαρδος Μάης είχε γεμίσει τον τόπο με άνθη και δροσιά.

Εμείς, βρεθήκαμε τυχαία, κατά λάθος σ’ αυτό το χωριό, στο Ανωχώρι. Για αλλού είχαμε ξεκινήσει. Για το χωριό της Γούβας πηγαίναμε, εκεί δίπλα. Απλώς μπερδέψαμε το δρόμο. Ήμασταν τρία άτομα στο ίδιο αυτοκίνητο. Ένας από τους φίλους μας, ο Γιάννης, διψούσε, και είπαμε να ζητήσουμε λίγο νεράκι.

Αφού ηρέμησαν τα πράγματα στην πλακόστρωτη αυλή, την περιστοιχισμένη από πέτρινο τοίχο, καλημερίσαμε τη νοικοκυρά. Φορεμένη ολόκληρη στα μαύρα, μαύρο μαντίλι κάλυπτε τα άσπρα της μαλλιά, μαύρη μακριά φούστα έως κάτω, σταφιδιασμένο πρόσωπο, γλυκό, αγιασμένο εδώ πάνω στα κράκουρα.

Της μιλήσαμε. Πλησίασε προς τον αυλόγυρο.

- Δικοί μας είστε;

- Δικοί μας, θεία.

- Από ποια χωριά, παιδιά μου;

Της αναφέρουμε τα χωριά μας, τα ονόματα.

- Ένα ποτήρι νερό, αν υπάρχει.

- Υπάρχει, πως δεν υπάρχει. Συγγώμη που σας άφησα να περιμένετε, δικά μας παιδιά είστε! Κοπιάστε, ελάτε.

- Ευχαριστούμε, μόνον λίγο νεράκι θα θέλαμε.

- Ελάτε, ελάτε μέσα. Απ’ όλα έχουμε, νερό, καφεδάκι, τσίπουρο... απ’ όλα!

Πάμε προς την αυλόπορτα. Η γριά προσπαθεί να ανοίξει την πόρτα από την μέσα πλευρά, απ’ την αυλή. Η πόρτα τρίζει, θρηνεί και τελικά ανοίγει. Η αυλή μεγάλη, πλακόστρωτη. Μια καταπράσινη κληματαριά άπλωνε τους κλώνους της απ’ την μία άκρη ως την άλλη. Σε μια γωνία της αυλής, γιόρταζαν οι αγριομέλισσες, πανηγύριζαν πάνω στα ανθισμένα τριφύλλια και χαμομήλια. Χαιρετούμε τη νοικοκυρά του σπιτιού, την κυρία Στασινή, ρωτούμε για την υγεία της.

- Σπολλάτη, να είναι καλά τα παιδάκια μου, οι ψυχές μου, που μας φροντίζουν για όλα. Να τα έχει ο θεός καλά! Κάνει το σταυρό της. Μας προσκαλεί να περάσουμε μέσα, στο σπίτι. Παραδοσιακή, πέτρινη ηπειρώτικη κατοικία. Ενώ προχωρούμε στο διάδρομο του σπιτιού, μας λέει:

- Από εδώ παιδιά μου, από εδώ, στο καθιστικό. Στο άλλο δωμάτιο είναι ο γέρος μου, ο Κίτσιος, άρρωστος, από τη γρίπη. Τον φροντίζω στο δωμάτιό του.

Καθίσαμε στο χώρο που μας υπέδειξε. Μας ρώτησε για τους καφέδες, πως τους πίνουμε. Ωστόσο, έφερε τα τσίπουρα. Το καθιστικό ευρύχωρο, πεντακάθαρο, τα πάντα στη θέση τους. Ενώ φτιάχνει τους καφέδες, λέει:

- Τον ψήνω και τον αλέθω μόνη μου τον καφέ, να είναι φρέσκος. Αν δεν μοσχοβολήσει, αυτός δεν πίνεται.

Και πράγματι, το δωμάτιο μοσχοβόλησε. Έφερε τους καφέδες, κάθισε μαζί μας. Ζεστό περιβάλλον, εγκάρδιο, σε μια ξεχασμένη βουνοπλαγιά, όπου μια μάνα- γριά νιώθει περήφανη που μέσα στην ερημιά, φιλοξενεί κάποιους που πέρασαν τυχαία από το σπιτικό της.

- Είστε πολλοί εδώ στο χωριό; μικρό με λίγα σπίτια μου φαίνεται.

- Όχι, μάτια μου, εγώ και ο Κίτσιος, ο γέρος μου, είμαστε όλοι και όλοι. Συγγνώμη που δεν μπορεί να σηκωθεί, η γρίπη είναι κολλητική.

- Τι λές θεία, χαιρετισμούς στο μπάρμπα Κίτσιο και περαστικά του. Ίσως ξαναβρεθούμε κάποια άλλη φορά. Και μόνον δύο άτομα, μια οικογένεια μένει τώρα στο χωριό;

- Δύο γέροι δε λες καλύτερα. Εμείς κρατούμε το χωριό. Τώρα που μπαίνει το καλοκαίρι, ανεβαίνουν στα ψηλά κι άλλα δύο ζευγάρια γερόντων.

- Από πού έρχονται αυτοί;

- Από εδώ είναι. Το χειμώνα κατεβαίνουν πιο κάτω, στο κέντρο, όσο να ξεχειμάνουν. Έχουν δικούς τους εκεί και μένουν μαζί τους. Πιάνουν οι ζέστες και έρχονται, ανηφορίζουν. Εμείς μένουμε μόνιμα εδώ, χειμώνα- καλοκαίρι.

Ρώτησα αν μέσα σ’ αυτή τη μοναξιά έχουν κάποια δυνατότητα επικοινωνίας με άλλον κόσμο.

- Ναι, ναι, μιλούμε με τα παιδιά μας, με τις ψυχές μας και τους άλλους συγγενείς στην Αθήνα. Πάμε στη μεγάλη βαλανιδιά και μιλούμε με το τηλέφωνο.

- Μα γιατί στη μεγάλη βαλανιδιά;

- Γιατί μόνον εκεί έχει σήμα με την Αθήνα.

Δεν χρειάζεται πια να ρωτούμε. Μιλάει από μόνη της η κυρία Στασινή.

- Κάνατε καλά που περάσατε από το χωριό μας. Από πέρυσι έχει να περάσει άνθρωπος απ’ εδώ.

- Ποιοι πέρασαν πέρυσι;

- Ήταν μετά τα Χριστούγεννα. Μόλις είχε αρχίσει να πέφτει το σκοτάδι. Ένας λύκος ροβόλησε από το βουνό. Μόνος του ήταν. Στην αρχή αλύχτησε ο σκύλος. Μετά βουβάθηκε. Ένιωσα τα βήματα του πεινασμένου λύκου. Βαριά σκιά ο λύκος, παιδιά, καταλαβαίνεις όταν περνάει δίπλα σου. Πέρασε έξω από την πόρτα, κοντοστάθηκε για λίγο. Μετά κατέβηκε στα χαμηλά. Μπορεί να τράβηξε για τα κοπάδια.

- Φοβηθήκατε;

- Όχι, παιδί μου, αφού δεν έχουμε γιδοπρόβατα.

- Άλλος ποιος πέρασε από εδώ;

- Πέρασε κι ένας άλλος, ο Γάκης, ο αλαφροΐσκιωτος. Τι σας λέω κι εγώ, που να τον ξέρετε εσείς! Κι αυτός από το βουνό κατέβηκε, από το μονοπάτι του λύκου. Ερχόταν, μας είπε, από το Παλιομονάστηρο.

Έψαχνε τους θησαυρούς που είχαν κρύψει οι αντάρτες. Εδώ κοιμήθηκε το βράδυ. Το πρωί, όταν έφευγε μου λέει: «- Αν βρεθεί ο θησαυρός, μάνα, θα σου φέρω μια χούφτα κι εσένα». Όχι παιδί μου, του λέω, δε θέλει η μάνα τίποτε. Να είσαι εσύ καλά. Από τότε δεν τον ξαναείδα. Ποιος ξέρει πόσα βουνά πέρασε κι αυτός.

Η γριά σώπασε απότομα. Σε λίγο μας απευθύνεται:

- Μα εσείς τι ψάχνετε; Δεν μου φαίνεστε σαν η παρέα του Γάκη.

Δεν μιλήσαμε. Για τη στιγμή σηκώσαμε τους ώμους. Στην πραγματικότητα εμείς είχαμε μπερδέψει το δρόμο. Για αλλού ξεκινήσαμε, αλλού φθάσαμε. Δεν προλάβαμε όμως να εξηγηθούμε, να απαντήσουμε. Αφού μας κοίταξε στα πεταχτά κατάματα και ερευνητικά συνέχισε:

- Ούτε εσείς ξέρετε. Μήπως και ξέρει κανείς ποιον δρόμο παίρνει και που φτάνει στο τέλος; Κανείς δεν το ξέρει παιδιά μου.

- Έχεις φάρμακα για το γέρο Κίτσιο που είναι άρρωστος;

Σηκώνεται από τη θέση της, ανοίγει διάπλατα ένα ντουλάπι που ακουμπούσε στον τοίχο εκεί κοντά.

- Απ’ όλα, απ’ όλα!

Πραγματικά, υπήρχε ένα μικρό φαρμακείο με όλα τα απαραίτητα φάρμακα.

- Έχουμε φάρμακα για έξι μήνες. Όταν θα ‘ρθει κάποιο από τα παιδιά, θα φέρει κι άλλα. Να είναι καλά οι ψυχές μου. Στην «Ομόνοια» είναι. Έχουν δικά τους μαγαζιά. Ξανακάθεται στη θέση της.

- Για νερό πως κάνετε, έχετε;

- Λίγο πιο πάνω, στην ανηφόρα, είναι η βρύση του χωριού, η παλιά, που είχε ο μαχαλάς. Πέρυσι, για να μη κουραζόμαστε, τα παιδιά μας έκαναν μια γεώτρηση μέσα στην αυλή, για εδώ, απ’ την πίσω μεριά του σπιτιού. Βρήκαμε πολύ νερό, και για πότισμα.

Εμείς παρακολουθούμε την κυρία Στασινή. Χαίρομαι να την ακούγω να μιλά.

- Πριν κάνα μήνα τώρα, κάτι χάλασε και το νερό δεν ανέβαινε πάνω. Πήγα μόνη μου στη μεγάλη βαλανιδιά. Μίλησα με τα παιδιά, στην «Ομόνοια». Τους είπα πως κάτι χάλασε. Την άλλη μέρα έφτασε ο Νάσης από το Μουρσί. Άλλαξε την αντλία. Τώρα είμαστε καλά.

- Για ψωμί πώς κάνετε;

Χαμογελάει με κάποια περηφάνια μέσα της.

- Τις περισσότερες φορές το φτιάχνω μόνη μου το ψωμί. Έχουμε άλευρα. Καμιά φορά, όταν ο καιρός είναι καλός, κατεβαίνει στο κέντρο ο Κίτσιος με το γάιδαρό του. Ψωνίζει διάφορα, παίρνει και ψωμί.

- Παλιά, τι δουλειά έκανες;

- Απ’ όλες τις δουλειές, τσάπισμα, θέρισμα, αλώνισμα, ως που τελευταία, άρμεγα κάτι αρκούδες.

- Αρκούδες;!

- Κάτι αγριογέλαδα που είχε ο συνεταιρισμός εδώ πάνω.

Καθίσαμε αρκετά. Είπαμε πολλά με την κυρία Στασινή. Κάποια στιγμή σηκωθήκαμε για να βγούμε. Αυτή επέμενε να μείνουμε ακόμα, να κάναμε και το μεσημεριανό μαζί. Δεν μπορούσαμε. Έπρεπε να πάμε στο γειτονοχώρι, στη Γούβα που είχαμε ξεκινήσει.

- Πρέπει να πηγαίνουμε, σ’ ευχαριστούμε πολύ!

- Εγώ σας ευχαριστώ, είδε το σπίτι μου κόσμο, μίλησα κι εγώ. Τι θα έκανα αν δεν είχατε έρθει εσείς; Για, με τα θεοπούλια θα μάλωνα.

Βγήκαμε μαζί ως την αυλή. Ήθελε να μας ξεπροβοδίσει. Τι να δούμε! Η αυλή είχε γεμίσει με ένα κοπάδι γάτες. Έπαιζαν, νιαούριζαν, χαϊδεύονταν μεταξύ τους. Μια μεγάλη κόκκινη γάτα τεντώνονταν στον ήλιο. Περικύκλωσαν όλες τους τη γριά παίζοντας.

- Ήσυχα, ήσυχα, έχουμε φίλους σήμερα, μη φωνάζετε, τους λέει η κυρία Στασινή. Είναι η ώρα που παίρνουν το φαγητό τους, λέει σε μας. Τις οδηγεί σε μια άκρη της αυλής. Αυτές την ακολουθούν.

- Όλες αυτές οι γάτες είναι δικές σου;

- Όχι, όχι, της γειτονιάς είναι, του χωριού. Τις μάζεψα όλες, όσες μπόρεσα.

Είδαμε να έρχονται κι άλλες. Στην αρχή δίσταζαν κάπως. Φαίνεται είδαν ξένους, άγνωστους στην αυλή. Μετά προχώρησαν, πήγαν στο σημείο του φαγητού τους. Η αυλή γέμισε από φωνές. Ακούγονταν μικροί καυγάδες. Η γριά επιστρέφει σε μας. Την περιμέναμε. Έπρεπε να μας μιλήσει και γι’ αυτό που γινόταν με τις γάτες.

- Όταν έφευγαν οι νοικοκυραίοι, οι γάτες έμεναν μόνες τους. Σκέψου, είναι όλες οι γάτες του χωριού, αφού όλοι φύγαν. Πολλές αγρίεψαν, δεν ζυγώνουν πια, άλλες χάθηκαν. Εγώ συμμάζεψα όσες μπόρεσα. Στις αρχές τις γνώριζα, γνώριζα ποιας οικογένειας ήταν. Αργότερα γέννησαν, άλλες πέθαναν. Λίγες είναι από τις παλιές, από αυτές που γνωρίζω τους νοικοκυραίους τους. Να, βλέπεις αυτή την κοκκινομάλλα εκεί; Είναι της Αθηνάς. Ολόιδια η νοικοκυρά της, η ίδια, ναζιάρα και ψηλομύτα! Τον άλλο, το γάτο, αυτόν το μεγαλόσωμο τον σκούρο που γυροφέρνει, τον βλέπετε; Σαν ο νοικοκύρης του ο Νάσιος, κουτοπερήφανος. Όσες γνωρίζω, τις καλώ με τα ονόματα των κυράδων τους. Παλιά, πριν τη φυγή, μιλούσα με τις γειτόνισσές μου, φώναζα τα ονόματά τους. Αυτές δεν τις βλέπω τώρα, αλλά τους φωνάζω τα ονόματα... μιλώ με τις γάτες που άφησαν πίσω.

Την πρόσεξα. Είδα να δακρύζει. Ένας πόνος κάλυπτε τώρα το πρόσωπό της. Η χαρά είχε εξαφανιστεί.

- Είσαι καλά, έχεις κάτι;

- Καλά είμαι, απλώς θυμήθηκα δυο γειτόνισσσές μου που έμειναν στην Ελλάδα. Πέθαναν στην Αθήνα και τις ενταφιάσαν εκεί, δεν τις έφεραν στο χωριό.

Προσπαθήσαμε να την ηρεμήσουμε, λέγοντάς της πως ίσως δεν μπόρεσαν οι δικοί τους να τις φέρουν. Αυτή όμως συνέχισε:

- Το χειρότερο ξέρετε πιο είναι; Οι περισσότεροι ενταφιάζονται στην Ελλάδα. Τα παιδιά τους δεν τους φέρνουν στο νεκροταφείο του χωριού. Έτσι θα χαθούμε όλοι, δεν θα έχουμε σημάδι πουθενά. Είναι σαν να μην υπήρξαμε ποτέ. Μα θέλω κι εγώ να αναβω ένα κεράκι στο μνήμα τους. Είναι δικοί μας άνθρωποι. Τουλάχιστον να τις συναντώ στο νεκροταφείο, έως να ‘ρθει η ώρα να πηγαίνω και μόνη μου.

Δεν την διακόψαμε. Την αφήσαμε να λέει.

- Το χωριό έχει ανάγκη και για το νεκροταφείο του. Οι νεκροί σε τραβούν προς τον τόπο σου, είναι ρίζα βαθιά οι νεκροί.

Είχαμε περάσει τόσο ωραία ως τώρα, ακόμα και με τις γάτες στην αυλή και την ώρα της αναχώρησης μια απροσδιόριστη λύπη μας έπιασε όλους.

- Συγγνώμη που σας στεναχώρησα, δεν το ήθελα. Καμιά φορά δεν ξέρω γιατί, με πιάνει ένα παράπονο.

Την ευχαριστήσαμε για όλα, αποχαιρετηθήκαμε και πήραμε το δρόμο προς το αυτοκίνητο. Το είχαμε αφήσει πιο πέρα, επειδή ο δρόμος ως εδώ ήταν στενός. Ενώ μπαίναμε στο αυτοκίνητο, πάνω από τα κεφάλια μας, πολύ κοντά, ακούστηκε απειλητικό το κράξιμο του κόρακα. Γρήγορα, διαδόθηκε ως πέρα στα βουνά, αντήχησαν οι κλεισούρες από την απεγνωσμένη κραυγή του αρπαχτικού. Ήταν σαν να σχίστηκε ο ουρανός στα δύο από έναν μεγάλο, οξύ πόνο απελπισίας.

(Απ’ τη συλλογή «Το κράξιμο του κόρακα» Εκδόσεις ΕΛΙΚΡΑΝΟΝ, Αθήνα, 2023)